Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Αστυνομικές Ιστορίες ( Γρίφος 1 )

ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ
Η πινακίδα πάνω στον κορμό του μεγάλου πρίνου, που βρισκόταν γύρω στα δέκα βήματα μακριά, προειδοποιούσε τη Νίκη ότι το μονοπάτι έστριβε απότομα προς τα δεξιά. Σταμάτησε για μια στιγμή και με το χέρι της στηρίχτηκε σ’ έναν άλλο πρίνο. Μολονότι ο γκρεμός βρισκόταν λίγο πιο μπροστά της, η Νίκη σταμάτησε για να απολαύσει τη στιγμή. Ήταν η αγαπημένη της εποχή του χρόνου, η αγαπημένη όλων των πεζοπόρων: η αρχή του φθινοπώρου.
 Αφηρημένα, ακούμπησε το σακίδιό της σ’ ένα πιο άνετο μέρος και ατένισε τα φυλλώματα της κορυφής του δάσους. Έπειτα, γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω το μονοπάτι Ε4 που είχε πάρει. Αυτό ξεκινούσε από το χωριό Καμάρες και κατέληγε στο ομώνυμο σπήλαιο. Η διαδρομή ήταν ονειρική αλλά και επικίνδυνη για κάποιον που δεν ήταν επί χρόνια ορειβάτης. Γκρεμοί έχασκαν παντού μιας και η υψομετρική διαφορά ήταν 1100μ. Από κάποιο σημείο και μετά δε συναντούσες καθόλου χαμόκλαδα και γινόσουν μόνο θεατής ενός μεγάλου δάσους με γέρικα δέντρα. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε σ’ αυτό το μέρος, τέτοια μάλιστα που ούτε τα πουλιά,  από σεβασμό, δεν κελαηδούσαν, ενώ η σιωπή του δάσους εισχωρούσε κατευθείαν στην ψυχή. Ήταν σαν να έμπαινες αργά το απόγευμα σ’ έναν άδειο ναό, μια στιγμή από εκείνες που βιώνουν οι πεζοπόροι και οι μοναχοί.
Ίσως έφταιγε η σιωπή. Σίγουρα έφταιγε εκείνη η πολύτιμη, στιγμιαία αίσθηση της απόλυτης ηρεμίας. Διαφορετικά, η κραυγή δε θα προκαλούσε τόσο μεγάλο τραύμα στην ψυχή της Νίκης. Ξεκίνησε σαν αναστεναγμός και, μολονότι κράτησε ένα ή δύο δευτερόλεπτα, αυτός ο ήχος σημάδεψε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους εφιάλτες της. Αρχικά, ακούστηκε σαν επιφώνημα χαράς. Δεν υπήρχε, όμως, ίχνος ευχαρίστησης σ’ αυτόν τον αναστεναγμό. Από «ααα» έγινε «ιιι» και κατέληξε σ’ ένα μακρόσυρτο «όχιιι» που έσβησε σαν ένα βότσαλο που το ρουφάει η θάλασσα. Κάποιος έπεσε από τον γκρεμό!
Αργότερα, όταν η Νίκη εξηγούσε τις υποψίες της για το Σταύρο Αμεριτάκη στον αξιωματικό αστυνομίας  Ρεθύμνου, συνειδητοποίησε ότι όλα συνέβησαν πολύ κοντά σ’ εκείνη. Άραγε, αν δεν είχε σταματήσει στην πινακίδα, για να απολαύσει την ηρεμία, θα ήταν ακόμα ζωντανή η Άννα Αμεριτάκη;; Ή μήπως θα είχαν σπρώξει και εκείνη στον γκρεμό;;
Ούτως ή άλλως, έφτασε πολύ αργά. Όταν η κραυγή τρύπωσε σε κάθε πόρο του κορμιού της και συνειδητοποίησε τελικά τι είχε συμβεί, η Νίκη γαντζώθηκε πανικόβλητη, και με τα δυο χέρια, πάνω στον πρίνο. Είχε χάσει πολύτιμο χρόνο, ώσπου να συνέλθει από το σοκ. Η σκηνή που ακολούθησε προβαλλόταν πάντα σε αργή κίνηση στους εφιάλτες της. Έτρεχε στο μονοπάτι, ενώ το γεμάτο παγούρι κουνιόταν κάνοντας θόρυβο μέσα στο σακίδιο επηρεάζοντας την ισορροπία της. Ένας αραχνοϊστός αιωρούνταν πάνω στη μύτη της και έμπαινε μέσα στα μάτια της, λες και προσπαθούσε να την αιχμαλωτίσει. Δύο γύπες έκοβαν κύκλους ψηλά στον ουρανό  αγνοώντας το δράμα που εκτυλισσόταν ακριβώς από κάτω τους. Και μετά, όταν συναντούσε τον ταραγμένο Σταύρο στο χείλος του γκρεμού, άκουγε τον απόηχο της κραυγής της Άννας.
Ήταν απόλυτα σίγουρη ότι είχε ακούσει και έναν αντίλαλο. Ήταν απόλυτα σίγουρη. Αυτό το κομμάτι της αφήγησής της, όμως, έκανε τον αξιωματικό της αστυνομίας να ανταλλάξει μερικές φευγαλέες ματιές με το συνεργάτη του. Η αμφιβολία ήταν διάχυτη στο πρόσωπό τους.
«Μόλις έφτασα στο γκρεμό», είπε η Νίκη στον αστυνομικό. «αυτός ο Αμεριτάκης στεκόταν εκεί. Δηλαδή δε στεκόταν ακριβώς. Πήγαινε πέρα δώθε. Ξέρετε, ήταν ανήσυχος. Βημάτιζε πάνω κάτω. Νομίζω ότι τον τρόμαξα πολύ. Προφανώς δεν περίμενε κανέναν. Σίγουρα δεν ήξερε ότι ήμουν στο μονοπάτι. Δεν το σχολίασε ωστόσο. Το μόνο που είπε ήταν "έπεσε, έπεσε". Δεν είχε πανικοβληθεί, όμως, ξέρετε, δεν ήταν συγκλονισμένος όπως θα περίμενε κανείς. Μου απευθύνθηκε λες και με συναντούσε τυχαία στο μονοπάτι. 
"Ερχόμαστε από τις Καμάρες", μου εξήγησε "και πήραμε το μονοπάτι Ε4 που οδηγεί στο σπήλαιο. Τσιμπήσαμε το μεσημεριανό μας και δεν είχαμε ούτε δύο λεπτά που φθάσαμε εδώ και….." Τότε άρχισε να κλαίει. Έπεσε στα γόνατα, έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια του και άρχισε να τρέμει. Να ένας άνθρωπος που έχει πάθει σοκ, θα έλεγε κανείς, έτσι δεν είναι;;
Να, όμως, γιατί δε μου αρέσει αυτή η ιστορία, κύριε αστυνόμε», τόνισε η Νίκη. «Και νομίζω ότι ούτε εσάς θα σας αρέσει».
Τι θα αποκαλύψει η Νίκη στον αξιωματικό της αστυνομίας; Γιατί δεν πείθεται από την εξήγηση του Σταύρου Αμεριτάκη;


ΛΥΣΗ
Η Νίκη δεν πείθεται από την εξήγηση του Σταύρου Αμεριτάκη, γιατί της δίνει ψευδή στοιχεία. Αν προπορεύονταν μόνο δύο λεπτά, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, και όση ώρα κι αν ξόδεψαν για να τσιμπήσουν το μεσημεριανό τους, δε θα είχε προλάβει να δημιουργηθεί αυτός ο αιωρούμενος αραχνοϊστός πάνω από τη μύτη της. Θα τον είχε καταστρέψει το ζεύγος Αμεριτάκη με το πέρασμά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου